Υπάρχουν λύσεις για το αδιέξοδο των ασφαλιστικών εισφορών, στους ελεύθερους επαγγελματίες;

katrougkalos

Του Ιωάννη Γκιτσάκη

Τον περασμένο Μάιο ψηφίστηκε ο ν. 4387/2016, γνωστός και ως «Νόμος Κατρούγκαλου» για το Ασφαλιστικό. Ένας νόμος που χαρακτηρίστηκε ως «νόμος λαιμητόμος» για τους ελεύθερους επαγγελματίες και ήδη από τη δημοσίευση του προσχεδίου του προκάλεσε σφοδρές αντιδράσεις στις τάξεις του συνόλου των ελευθέρων επαγγελματιών. Σήμερα, 3 μήνες πριν από την έναρξη της ισχύος του, ένας όχι αμελητέος αριθμός ελευθέρων επαγγελματιών σχεδιάζει ή έχει ήδη προβεί στη μεταφορά της επαγγελματικής (φορολογικής και ασφαλιστικής) έδρας του στο εξωτερικό (λ.χ. σε Κύπρο και Βουλγαρία), με ότι αυτό συνεπάγεται για τα δημόσια οικονομικά. Καθίσταται, λοιπόν, σαφές, ότι ο νόμος Κατρούγκαλου πρέπει να τροποποιηθεί σημαντικά ως προς το ζήτημα των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών και μάλιστα άμεσα (πριν την 1-1-2017), προκειμένου η Χώρα να αποφύγει μια νέα οικονομική «μετανάστευση» επιστημόνων και ελευθέρων επαγγελματιών. Παρακάτω προτείνονται ορισμένες τροποποιήσεις στο ν. 4387/2016, οι οποίες έχουν χαμηλό οικονομικό κόστος για τα δημόσια οικονομικά, αλλά βελτιώνουν πολλαπλάσια το πρόβλημα των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών.

Καταρχήν, θα πρέπει να επισημανθεί, ότι ο ν. 4387/2016 υιοθετεί τη γενική αρχή της σύνδεσης των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών με το φορολογητέο εισόδημα (άρθρο 39 παρ. 1 και 2). Η πρόβλεψη αυτή κινείται καταρχήν στη σωστή κατεύθυνση, υιοθετώντας αντίστοιχες ρυθμίσεις που ισχύουν σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

(βλ. ενδεικτικά, Μεγάλη Βρετανία, Αυστρία, Γαλλία, Ιταλία, Σουηδία, Κύπρος, Λουξεμβούργο κ.ά- πηγή : europa.eu ).

Πλην, όμως, η ως άνω ασφαλιστική εισφορά καθορίζεται σε ιδιαίτερα υψηλό ποσοστό και, συγκεκριμένα, σε ποσοστό 20% για την κύρια σύνταξη (άρθρο 39 παρ. 1), 7% για την επικουρική σύνταξη (άρθρο 97 παρ. 2) και 6,95% για την υγειονομική περίθαλψη (άρθρο 41 παρ. 2). Προκύπτει δηλαδή ένα συνολικό ποσό επιβάρυνσης σε ποσοστό 33,95% επί του φορολογητέου εισοδήματος, το οποίο συνιστά υπέρμετρη επιβάρυνση, ειδικά εφόσον συνδυαστεί με την αντίστοιχη φορολόγηση των εισοδημάτων των ελευθέρων επαγγελματιών (από 22% το 2016), την οφειλόμενη προκαταβολή φόρου εισοδήματος (100% από το 2016), το τέλος επιτηδεύματος, την (αυξημένη από το 2016) εισφορά αλληλεγγύης και τις λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις, όπως ΕΝΦΙΑ, τέλη κυκλοφορίας κ.ά. Προκύπτει δηλαδή ένα συνολικό οφειλόμενο στο Κράτος ποσό, το οποίο υπερβαίνει το 100% του φορολογητέου εισοδήματος των ελευθέρων επαγγελματιών, γεγονός που καθιστά οικονομικά ασύμφορη την άσκηση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων. Επιπλέον, καθιστά αβέβαιη και την εισπραξιμότητα του ποσού αυτού, αν λάβει κανείς υπόψη του την καμπύλη του Lafer. Για την αντιμετώπιση των προβλημάτων αυτών προτείνονται τα ακόλουθα:

(1) Πρόβλεψη ατομικής εισφοράς 6,77% και για τους ελεύθερους επαγγελματίες

Προκειμένου να τηρηθεί η αρχή της ισότιμης μεταχείρισης όλων των ασφαλισμένων, μισθωτών και ελευθέρων επαγγελματιών, θα πρέπει και οι τελευταίοι να επιβαρύνονται μόνο με τα ποσά που αντιστοιχούν στις εργατικές εισφορές των μισθωτών (άρθρο 38 παρ. 1). Δηλαδή, οι ατομικές εισφορές και των ελευθέρων επαγγελματιών να προσδιοριστούν σε ποσοστό 6,67% επί του φορολογητέου εισοδήματός τους και όχι σε ποσοστό 20%, όπως προβλέπεται στο άρθρο 39 παρ. 1 του νόμου. Το ζήτημα αυτό μάλιστα επισημαίνεται και στη συνοδευτική του νομοσχεδίου Έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής της Βουλής, όπου υπογραμμίζεται, ότι «…η επιβολή εισφοράς κύριας σύνταξης με συντελεστή 20% επί του εισοδήματος της ανωτέρω κατηγορίας ασφαλισμένων εισάγει, κατά παράβαση της συνταγματικώς κατοχυρωμένης αρχής της ισότητας [αλλά, κατ’ αποτέλεσμα, και της αρχής ανταποδοτικότητας των εισφορών], δυσμενή διάκριση σε βάρος τους, εν σχέσει προς την εισφορά που καταβάλλουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι η οποία, κατά τα προαναφερθέντα, ανέρχεται σε ποσοστό 6,67% επί του εισοδήματος (αποδοχών) τους, καθότι άγει σε τριπλάσια επιβάρυνση του εισοδήματος των αυτοαπασχολουμένων και ελεύθερων επαγγελματιών για την καταβολή της ίδιας συνταξιοδοτικής παροχής». Προφανής λοιπόν η αντισυνταγματικότητα της διάκρισης αυτής και ήδη οι φορείς των ελευθέρων επαγγελματιών (λ.χ. οι Δικηγορικοί Σύλλογοι) σχεδιάζουν προσφυγή στη Δικαιοσύνη (εγχώρια και ευρωπαϊκή).
Απομένει, τέλος, να καλυφθεί το ποσό που αντιστοιχεί στην εργοδοτική εισφορά των μισθωτών, το οποίο αντιστοιχεί σε ποσοστό 13,33% (άρθρο 38 παρ. 1). Το ποσό αυτό θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ανά κλάδο και ανάλογα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις που ισχύουν για κάθε επάγγελμα.

(2) Πρόβλεψη κλιμακωτού κατώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών

Ο ν. 4387/2016 θεσπίζει ένα μόνο κατώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 39 παρ. 3), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού τον εκάστοτε προβλεπόμενο κατώτατο βασικό μισθό άγαμου μισθωτού άνω των 25 ετών (σήμερα 586,08 ευρώ). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών ανέρχεται στο 33,95% του φορολογητέου εισοδήματός τους, προκύπτει ένα ελάχιστο ποσό εισφορών ύψους 2.387,61 ευρώ 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ (άρθρο 39 παρ. 12). Η πρόβλεψη του κατώτατου αυτού ορίου πλήττει σημαντικά τους ελεύθερους επαγγελματίες που έχουν ζημιά, μηδενικό εισόδημα ή χαμηλά εισοδήματα (κάτω του ορίου της φτώχειας).
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού προτείνεται η θέσπιση κλιμακωτού κατώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως:
α) Να προβλεφθεί «ανεισφορολόγητο» για όσους έχουν ζημιά ή μηδενικό εισόδημα.
β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το ήμισυ του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα έως 7.000 ευρώ, δηλαδή κατώτατο όριο εισφορών 1.193,80 ευρώ.
γ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού ο βασικός μισθός για όσους έχουν εισόδημα από 7.000 έως 14.000 ευρώ, δηλαδή κατώτατο όριο εισφορών 2.387,61 ευρώ. Και
δ) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το διπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα από 14.000 έως 25.000 ευρώ, δηλαδή κατώτατο όριο εισφορών 4.775,22 ευρώ. Από κει και πάνω, οι εισφορές να καταβάλλονται ανάλογα με το φορολογητέο εισόδημα.
Φυσικά, ευνοϊκότερες βελτιώσεις του ν. 4387/2016 είναι ευπρόσδεκτες, αλλά δεν φαντάζουν σήμερα πιθανές, επομένως, ούτε και ρεαλιστικές.

(3) Πρόβλεψη κλιμακωτού ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών

Ο ν. 4387/2016 θεσπίζει ένα μόνο ανώτατο όριο ασφαλιστικών εισφορών (άρθρο 38 παρ. 2), παίρνοντας ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του βασικού μισθού (σήμερα 5.860,80 ευρώ). Έτσι, λαμβάνοντας υπόψη, ότι η συνολική επιβάρυνση για τις ασφαλιστικές εισφορές των ελευθέρων επαγγελματιών ανέρχεται στο 33,95% του φορολογητέου εισοδήματός τους, προκύπτει ένα ανώτατο ποσό εισφορών ύψους 23.876,10 ευρώ 120 ευρώ για τον ΟΑΕΔ, το οποίο είναι υπέρογκο για φορολογητέο εισόδημα περίπου 70.000 ευρώ.
Για την αντιμετώπιση του ζητήματος αυτού προτείνεται η θέσπιση κλιμακωτού ανώτατου ορίου ασφαλιστικών εισφορών, ως ακολούθως:
α) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το πενταπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα έως 100.000 ευρώ, δηλαδή ανώτατο όριο εισφορών 11.938,05 ευρώ. Και
β) Να προβλεφθεί ως βάση υπολογισμού το δεκαπλάσιο του βασικού μισθού για όσους έχουν εισόδημα άνω των 100.000 ευρώ, δηλαδή ανώτατο όριο εισφορών 23.876,10 ευρώ. Και πάλι, ευνοϊκότερες βελτιώσεις του νόμου είναι ευπρόσδεκτες.

(4) Υπολογισμός με βάση τον καθαρό και όχι το μικτό βασικό μισθό

Στο ν. 4387/2016 δεν εξειδικεύεται αν λαμβάνεται υπόψη ο μικτός ή ο καθαρός βασικός μισθός. Θεωρούμε εσφαλμένο τον υπολογισμό με βάση το μικτό μισθό, καθώς ο μικτός μισθός του μισθωτού – ασφαλισμένου σήμερα στο Ι.Κ.Α. εμπεριέχει και τις ασφαλιστικές εισφορές του (εργατικές). Εφόσον ο βασικός μισθός αυτού λαμβάνεται ως βάση υπολογισμού των κατώτατων και ανώτατων ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών, είναι ορθότερο να ληφθεί ως βάση υπολογισμού ο καθαρός μισθός (σήμερα 507,42 ευρώ), που δεν περιλαμβάνει τις ασφαλιστικές εισφορές του μισθωτού. Έτσι, η κατώτατη ετήσια εισφορά των ελευθέρων επαγγελματιών θα διαμορφωθεί σε 2.067,23 ευρώ και η ανώτατη σε 20.672,30 ευρώ.

(5) Υπολογισμός με βάση το καθαρό πραγματικό φορολογητέο εισόδημα από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας

Στο άρθρο 39 παρ. 2 του ν. 4387/2016 αναφέρεται, ότι τα ποσοστά των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών «…υπολογίζονται επί του μηνιαίου εισοδήματος, όπως αυτό καθορίζεται με βάση το καθαρό φορολογητέο αποτέλεσμα, από την άσκηση δραστηριότητά τους κατά το προηγούμενο φορολογικό έτος». Ελπίζουμε ότι με τη διατύπωση αυτή, ως βάση υπολογισμού λαμβάνεται:
α) Tο καθαρό φορολογητέο εισόδημα (κέρδη) και όχι τα ακαθάριστα έσοδα (τζίρος).
β) Το πραγματικό φορολογητέο εισόδημα (δηλωθέν) και όχι το τεκμαρτό. Και
γ) Το φορολογητέο εισόδημα που προκύπτει από την άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας και μόνο και όχι το εισόδημα που προκύπτει από άλλες πηγές (π.χ. ενοίκια κλπ.).
Κάθε άλλη αντίθετη ερμηνεία της παραπάνω διατάξεως οδηγεί στην επιβολή υπέρμετρων, υπέρογκων και παράλογων ασφαλιστικών εισφορών σε βάρος των ελευθέρων επαγγελματιών.

Κλείνοντας θα πρέπει να αναφερθούμε και στο οικονομικό βάρος των προτεινόμενων βελτιώσεων στο νόμο Κατρούγκαλου. Σύμφωνα με την Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, που συνοδεύει το σχετικό νομοσχέδιο, το ετήσιο συνολικό όφελος στον κρατικό προϋπολογισμό από τις αλλαγές στις ασφαλιστικές εισφορές όλων των ελευθέρων επαγγελματιών (του ΕΤΑΑ και του ΟΑΕΕ) ανέρχεται στο «ιλιγγιώδες» ποσό των 136 εκατομμυρίων ευρώ! Αυτό σημαίνει, ότι μία μείωση των ποσοστών των ασφαλισμένων του ΕΤΑΑ από το 33,95% στο 15 – 20% έχει ελάχιστο κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό (οι ασφαλισμένοι του ΟΑΕΕ έχουν ήδη 26,95%, γιατί δεν έχουν ασφαλιστικές εισφορές επικουρική σύνταξη, οπότε το κόστος είναι ακόμα μικρότερο). Δηλαδή, το συνολικό ετήσιο κόστος των προτεινόμενων αλλαγών μπορεί να είναι μόνο 20 – 30 εκατομμύρια ευρώ, ίσως και λιγότερα. Απειροελάχιστο, δηλαδή, συγκρινόμενο με άλλες κρατικές δαπάνες (μισθούς στο δημόσιο τομέα κλπ.). Είναι φανερό λοιπόν, ότι η υπέρμετρη ασφαλιστική επιβάρυνση των ελευθέρων επαγγελματικών αποτελεί συνειδητή κυβερνητική επιλογή και όχι οικονομική ανάγκη ή επιταγή των «Θεσμών». Η δε δραστική επίλυση του προβλήματος των ασφαλιστικών εισφορών των ελευθέρων επαγγελματιών έχει ελάχιστο κόστος για τον κρατικό προϋπολογισμό. Ας ελπίσουμε, λοιπόν, ότι οι φωνές της οικονομικής λογικής θα εισακουστούν από την κυβέρνηση πριν από την 1-1-2017, δηλαδή πριν από την έναρξη εφαρμογής του ν. 4387/2016. Άλλωστε, η ελπίδα έρχεται απρόσμενα!

Δρ. Ιωάννης Α. Γκιτσάκης
Δικηγόρος
Διδάκτωρ Διοικητικού Δικαίου

Σημείωση : Οι εισφορές των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ είναι συνολικά 26,95%, καθώς δεν έχουν εισφορά για επικουρική σύνταξη – Αναλυτικό άρθρο για τον υπολογισμό των εισφορών μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ

Επίσης, θεωρώ σημαντικό, λόγω της ιδιότητας του αρθρογράφου, ότι στο άρθρο αναγνωρίζεται η νομιμότητα του νέου τρόπου υπολογισμού των εισφορών, ενώ για το υψηλό ποσοστό των εισφορών αναφέρεται στη διαφορετική μεταχείριση από τους μισθωτούς, των οποίων οι κρατήσεις είναι 6,67% και συνεπώς υπάρχει δυσμενής διάκριση των ελευθέρων επαγγελματιών, σημείο που είχα επισημάνει κι εγώ σε προηγούμενο άρθρο

..

πηγή : liberal.gr

Η ομάδα μας στο Facebook

facebook_logo

 

Advertisements