Οι εισφορές του ΟΑΕΕ βάσει τεκμαρτών εισοδημάτων είναι αντισυνταγματικές

 

Σε προηγούμενο άρθρο, είχα παρουσιάσει ότι οι εισφορές των ασφαλισμένων του ΟΑΕΕ, υπολογίζονται βάσει μέσων τεκμαρτών εισοδημάτων.

se_klevoun

Ενώ, λοιπόν, ο κάθε πολίτης εδώ και χρόνια, μετά από μάχη του νομικού κόσμου στο θέμα αυτό, έχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης των τεκμαρτών εισοδημάτων του, απέναντι στην εφορία, ΔΕΝ έχει το ίδιο δικαίωμα ως ασφαλισμένος, απέναντι στον ασφαλιστικό του φορέα, τον ΟΑΕΕ, ενώ θα έπρεπε.

Οι εισφορές, ως «δημόσια βάρη» θα έπρεπε να είναι ανάλογες με το εισόδημα του ασφαλισμένου ( αναλυτικό άρθρο γιατί οι εισφορές είναι δημόσια βάρη ΕΔΩ ). Σε περίπτωση που οι εισφορές υπολογίζονται βάσει τεκμαρτών εισοδημάτων, αυτά θα έπρεπε να είναι μαχητά και να έχει δικαίωμα ο ασφαλισμένος να αποδείξει ποια είναι τα πραγματικά του εισοδήματα.

Αξίζει να σημειώσω ότι υπάρχουν αποφάσεις ανωτάτων δικαστηρίων, σύμφωνα με τις οποίες η χρήση τεκμηρίων είναι συνταγματικά επιτρεπτή ΜΟΝΟ εάν είναι μαχητά – κάτι που δεν ισχύει στον ΟΑΕΕ. Οι αποφάσεις αυτές αποτελούν ισχυρή νομολογία, την οποία μπορεί να επικαλεστεί όποιος ασφαλισμένος του ΟΑΕΕ θελήσει να αμφισβητήσει τα μέσα τεκμαρτά εισοδήματα και ζητήσει οι εισφορές του να υπολογίζονται βάσει των εισοδημάτων της  φορολογικής του δήλωσης.

Αντιγράφω εδώ απόσπασμα απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας για το μαχητό των τεκμηρίων :

«….Η καθιέρωση τεκμηρίων με τα χαρακτηριστικά αυτά (κατά τρόπο γενικό και απρόσωπο και ανταποκρινόμενα στα δεδομένα της κοινής πείρας κατά τη βάση τους και το συμπέρασμα τους), και δη μαχητών, συνάδει με τα άρθρα 4 παρ. 5 και 78 Σ και δεν αντίκειται ούτε στο άρθρο 20 παρ. 1 που κατοχυρώνει το δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας, ούτε στο άρθρο 26 αυτού, γιατί δεν συνιστά ανεπίτρεπτη επέμβαση του νομοθέτη στη δικαστική κρίση, προεχόντως λόγω του μαχητού χαρακτήρα των τεκμηρίων αυτών» (ΣτΕ 1402/1987 Ολομ., 2192/1991, 1694/1990, 1743/1992, 3814/1992)…»

Για το ίδιο θέμα υπάρχει και πόρισμα του Συνηγόρου του Πολίτη, από τις 18 Οκτωβρίου 2011, με χρήσιμες παραπομπές στη σχετική νομολογία ( το πόρισμα ΕΔΩ )

Ανανέωση 21/7/2017 : Σε πρόσφατη απόφαση ΕΔΔΑ κρίθηκε ότι με τη χρήση αμάχητων τεκμηρίων  παραβιάζεται το άρθρο 6 παρ.1 ΕΣΔΑ κι υπάρχει στέρηση δικαστικής προστασίας που αντιβαίνει το ευρωπαϊκό δίκαιο

Για την αντισυνταγματικότητα αυτής της πρακτικής του ΟΑΕΕ, ενδιαφέρον έχει παλαιότερο άρθρο του έγκριτου νομικού Κώστα Μπέη. Ειδικά για όσους έχουν προχωρήσει ή τώρα σκέφτονται να προχωρήσουν, σε προσφυγές κατά του ΟΑΕΕ, είναι ένα πρόσθετο νομικό επιχείρημα, για να στηρίξουν το αίτημά τους, ώστε οι εισφορές τους να είναι αναλογικές σύμφωνα με το καθαρό τους εισόδημα.

***

Οι κυβερνητικές εξαγγελίες για την πάταξη της φοροδιαφυγής είναι πια νόμος του κράτους. Αυτό σημαίνει ότι έπαψαν να έχουν ενδιαφέρον οι συζητή­σεις που γίνονταν ως τώρα γύρω από τις σκοπιμότητες, οι οποίες υπαγόρευσαν το σχετικό νομοσχέδιο, καθώς και γύρω από την καταλληλότητα των μέτρων που καθιερώνονται για την πάταξη της φοροδιαφυγής. Άλλωστε, κανένας δεν αμφισβήτησε ότι η φοροδιαφυγή έχει πάρει απαράδεχτες διαστάσεις και ότι πρέπει να ληφθούν δραστικά μέτρα. Οι διαφωνίες περιορίστηκαν στο αν, με τα νέα μέ­τρα, αντιμετωπίζεται η φοροδιαφυγή σε όλη της την έκταση ή αφήνει το μεγαλύ­τερο και σπουδαιότερο μέρος των φοροφυγάδων ακάλυπτο, καθώς και στο αν τα νέα μέτρα περιέχουν κινδύνους αυθαιρεσίας εκ μέρους των εφοριακών υπαλλή­λων.

Με τα νέα μετρά, το κράτος θέλησε να αντιμετωπίσει τις δυσκολίες που έχει στην απόδειξη των πραγματικών ετήσιων εισοδημάτων των φορολογουμέ­νων.

Όταν υπάρχει αντικειμενική δυσκολία για την απόδειξη κρίσιμων γεγονό­των, το δίκαιο καθιερώνει τεκμήρια. Δηλαδή από ευκολοαπόδεικτα γεγονότα αν­τλεί συμπεράσματα για την αλήθεια ή μη και των δυσκολοαπόδεικτων. Αυτό έγι­νε και εδώ. Από τα ευκολοαπόδεικτα γεγονότα της ιδιοκτησίας πάνω σε φανερά περιουσιακά αντικείμενα (σπίτια, αυτοκίνητα, κότερα, κλπ.) ο νομός αντλεί δε­σμευτικά συμπεράσματα για τον δυσκολοαπόδεικτο προσδιορισμό των αληθινών ετήσιων εισοδημάτων.

Η παλιά δικονομία του Μάουερ έκανε διάκριση ανάμεσα σε τεκμήρια μαχητά και αμάχητα. Στην περίπτωση των μαχητών τεκμηρίων, ο νόμος επιτρέπει στον ενδιαφερόμενο να φροντίσει αυτός για τη συλλογή των δύσκολων αποδείξεων, με τις οποίες θα δείξει ότι το συμπέρασμα του τεκμηρίου δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια. Αυτή τη δυνατότητα η παλιά δικονομία απέκλειε στις περιπτώσεις των αμάχητων τεκμηρίων, όπου ήταν απαράδεχτη οποιαδήποτε ανταπόδειξη.

Ο καινούργιος νόμος για την πάταξη της φοροδιαφυγής καθιερώνει αμάχη­τα τεκμήρια για τον προσδιορισμό του φορολογητέου ετήσιου εισοτήματος.

Τώρα λοιπόν που οι κυβερνητικές εισηγήσεις έγιναν νόμος, το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης μετατίθεται στον τρόπο, με τον οποίο θα ερμηνευτούν και θα εφαρμοστούν οι σχετικές διατάξεις.

Στο πλαίσιο αυτό, έχει πρωταρχική σημασία το ερώτημα, αν η καθιέρωση αμάχητων τεκμηρίων για τον προσδιορισμό του ετήσιου εισοδήματος των φορο­λογουμένων είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα,

Το ερώτημα αυτό είναι κρίσιμο τόσο στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δικαίου, όσο και στο χώρο της φορολογικής δικονομίας

Για να δούμε αν. στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δίκαιου, η καθιέ­ρωση αμάχητων τεκμηρίων είναι αντισυνταγματική, θα πρέπει να εξετάσουμε πρώτα αν το Σύνταγμα βάζει κανένα περιορισμό στο αντικείμενο της φορολογί­ας. Αν, σύμφωνα με το Σύνταγμα, μπορεί να φορολογηθεί ο,τιδήποτε, ακόμη και αντικείμενα που δεν έχουν περιουσιακό χαρακτήρα, τότε η φορολόγηση μη υπαρκτής αλλά τεκμαρτής περιουσίας δε θα αντίκειται στο Σύνταγμα. Το αντίθε­το θα συμβαίνει αν το Σύνταγμα περιορίζει το νομοθέτη να φορολογήσει μόνο την υπαρκτή περιουσία. Στην περίπτωση αυτή η φορολόγηση τεκμαρτής περιου­σίας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, θα είναι αντισυνταγματική Συχνά ακούμε την υπερβολή ότι, με τη φορομπηχτική διάθεση που υπάρχει, σύν­τομα θα φορολογήσουν ακόμη και τον αέρα που αναπνέουμε Λοιπόν αν ο νομο­θέτης έφτανε σ’ αυτήν την υπερβολή, ο σχετικός νόμος θα ήταν μόνο παράλο­γος ή θα ήταν και αντισυνταγματικός;

Την απάντηση δίνει το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, το οποίο ορίζει ότι «οι Έλληνες πολίται συνεισφέρουν αδιακρίτως εις τα δημόσια βάρη αναλόγως των δυνάμεων των».

Είναι φανερό ότι οι «δυνάμεις», στις οποίες αναφέρεται το Σύνταγμα, είναι οι περιουσιακές δυνάμεις, και όχι οι πνευματικές ή οι μυϊκές ή. . . οι ορμονικές δυνάμεις του φορολογουμένου. Αυτό ορίζετο καθαρά στο Σύνταγμα, όπως ήταν διατυπωμένο πριν από την αναθεώρηση του 1911: «αναλόγως της περιουσίας». Η αντικατάσταση της φράσης αυτής με την αόριστη διατύπωση «αναλόγως των δυνάμεων» έγινε, όπως μας πληροφορούν οι συνταγματολόγοι, απλώς και μόνο για να διευκολυνθεί η επιβολή της προοδευτικής φορολογίας Προσθέτουν όμως ότι, και με την καινούργια διατύπωση, «η φράσις «αναλόγως των δυνάμε­ων» σημαίνει βεβαίως ότι η υποχρεωτική εισφορά δεν πρέπει να ορίζεται αυθαι­ρέτως, αλλ’ εκτιμώμενης της φοροδοτικής ικανότητος εκάστου» (Σβώλος – Βλά­χος, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, 1 1954 σελ. 222).

Αρα, αν ο νόμος έχει ως αντικείμενο της φορολογίας τεκμαρτή περιουσία, η οποία δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, ο νόμος αυτός είναι αντισυν­ταγματικός, αφού το άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος περιορίζει το νομοθέτη να φορολογεί μόνο την πραγματική φοροδοτική ικανότητα των πολιτών και μόνο ανάλογα με την πραγματική τους περιουσιακή κατάσταση.

Με τις σκέψεις αυτές, δυο κορυφαίοι συνταγματολόγοι, ο Α. Σβώλος και ο Γ. Βλάχος, καταλήγουν στο ακόλουθο συμπέρασμα: «Η χρησιμοποίησις μαχητών τεκμηρίων δεν είναι ευκταία, ουδέ πρέπει να επικρατή, αλλά δεν απαγορεύεται. Αντιθέτως δεν είναι δυνατόν, προς την κατά τ’ ανωτέρω συνταγματικήν υποχρέωσιν της εξευρέσεως της φοροδοτικής ικανότητος του πολίτου, να συμβιβασθή η χρησιμοποίησις υπό του νομού αμάχητων τεκμηρίων άλλων, πλην των γενικώς υπό του δικαίου παραδεδεγμένων, ουδέ νομικών πλασμάτων κατά του φορολο­γουμένου, διότι μέθοδος ανεπίδεκτος ανταποδείξεως δεν αποτελεί εξακρίβωσιν των δυνάμεων του πολίτου, αναλόγως των οποίων δέον ούτος να συνεισφέρη» (Σβώλος – Βλάχος, ο.π. σελ 224-225).

Γίνεται έτσι φανερό ότι ο νόμος που καθιερώνει τον προσδιορισμό της φο­ρολογητέας ύλης με αμάχητα τεκμήρια, αντίκειται στο άρθρο 4 § 5 του Συν­τάγματος, όταν ο τεκμαρτός προσδιορισμός δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή φοροδοτική ικανότητα του φορολογουμένου, την οποία καθιερώνει ως μέτρο το Σύνταγμα.

Ας δούμε τώρα αν η καθιέρωση αμάχητων τεκμηρίων για τον προσδιορισμό του φορολογητέου ετήσιου εισοδήματος είναι σύμφωνη με το Σύνταγμα στο χώ­ρο της φορολογικής δικονομίας.

Το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος ορίζει ότι «έκαστος δικαιούται εις παροχήν εννόμου προστασίας υπό των δικαστηρίων και δύναται να ανάπτυξη ενώπιον τούτων τας απόψεις του περί των δικαιωμάτων η συμφερόντων του, ως νομός ορίζει».

Πολλοί συγγραφείς τονίζουν ότι η διάταξη αυτή έχει μεγάλη σημασία, όχι μόνο γιατί καθιερώνει ένα απαράγραπτο ατομικό δικαίωμα, αλλά και γιατί συνιστά το θεμέλιο του κράτους – δικαίου. Δίχως την απεριόριστη δυνατότητα του δικα­στικού ελέγχου, η πολιτεία είναι αυτό που λέμε «αστυνομικό κράτος».

Δέχονται ακόμη όλοι οι συγγραφείς ότι η επιφύλαξη «ως νόμος ορίζει» περι­ορίζεται στον καθορισμό της διαδικασίας. Ο νόμος θα μας πει, στο πλαίσιο της επιφύλαξης αυτής, με ποια διαδικασία θα δικάσουν τα δικαστήρια. Δεν μπορεί όμως να προχωρήσει και στην απαγόρευση του δικαστικού ελέγχου σε μια κρίσι­μη περίπτωση. Και τούτο, γιατί, με τη συνταγματική εξουσιοδότηση προς το νο­μοθέτη, αφέθηκε να ρυθμιστούν οι λεπτομέρειες, πως θα ασκείται το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας και όχι η κατάργηση αυτού του δικαιώμα­τος. Άλλωστε το δικαίωμα αυτό της προσφυγής στα δικαστήρια είναι κατοχυρω­μένο και με το άρθρο 6 της σύμβασης της Ρώμης για τα δικαιώματα του ανθρώ­που, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχει μεγαλύτε­ρη τυπική ισχύ από τον κοινό νόμο.

Λοιπόν, ο νόμος που καθιερώνει αμάχητα τεκμήρια για τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης εμποδίζει τον φορολογούμενο να εναντιωθεί δικαστι­κώς στα τεκμήρια και να ζητήσει τη δικαστική διάγνωση του ότι η αληθινή φορο­λογητέα ύλη δεν είναι αυτή που ορίζουν τα τεκμήρια, αλλά μια άλλη. Όμως την παρεμπόδιση αυτή του πολίτη να προσφύγει στα δικαστήρια και να ζητήσει δικα­στική προστασία, απαγορεύει στον κοινό νομοθέτη, όπως είδαμε, το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.

Στο σημείο αυτό θα μπορούσε, με την πρώτη ματιά, να αναρωτηθεί ο ανα­γνώστης: Καλά είναι αντισυνταγματικά όλα τα αμάχητα τεκμήρια που καθιερώνει η δικονομία;

Η σύγχρονη δικονομία γνωρίζει ένα μόνο αμάχητο τεκμήριο: το δεδικασμέ­νο των τελεσίδικων αποφάσεων. Αλλά το αμάχητο αυτό τεκμήριο δεν είναι αντι­συνταγματικό, δηλαδή δε στερεί τον ενδιαφερόμενο από το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας. Και τούτο, γιατί, με το δεδικασμένο, δεσμεύονται μό­νο οι διάδικοι, δηλαδή πρόσωπα, στα οποία είχε δοθεί η δυνατότητα να ακου­στούν στο δικαστήριο προτού αποφασίσει. Τρίτοι που δεν είχαν τη δυνατότητα αυτή, δε δεσμεύονται από το δεδικασμένο και μπορούν να εναντιωθούν με τρι­τανακοπή. Εξάλλου, οι σύγχρονες δικονομίες δεν επανέλαβαν τα αμάχητα απο­δεικτικά τεκμήρια που όριζε το άρθρο 273 της πολιτικής δικονομίας του 1835. Αν, με καινούριο νόμο, επαναφέρονταν τα τεκμήρια αυτά στο μέλλον, ο νόμος αυτός θα ήταν αντισυνταγματικός, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντά­γματος.

Ο πρόσφατος, λοιπόν, νόμος για τη φοροδιαφυγή είναι αντισυνταγματικός, στην έκταση που καθιερώνει αμάχητα τεκμήρια.

Στο σημείο αυτό παρουσιάζει ενδιαφέρον το ερώτημα: μήπως μπορεί να πε­ρισωθεί η συνταγματικότητα too νόμου, με το να θεωρηθούν (ερμηνευτικώς) τα καθιερούμενα τεκμήρια όχι αμάχητα, αλλά μαχητά;

Όπως είδαμε, στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δίκαιου, ο Α. Σβώλος και ο Γ. Βλάχος δέχονται ότι η καθιέρωση μαχητών τεκμηρίων για τον προσδιορι­σμό της φοροδοτικής ικανότητας των πολιτών δεν αντίκειται στο άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος.

Είναι άραγε τα μαχητά τεκμήρια σύμφωνα και (οικονομικώς) με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος.

Στο ερώτημα αυτό θα πρέπει βασικά να δοθεί καταφατική απάντηση. Τα μα­χητά τεκμήρια καθιερώνονται άλλοτε για να διευκολύνουν και άλλοτε για να δυ­σκολέψουν την απόδεικη των κρίσιμων γεγονότων, όμως ποτέ για να καταργή­σουν το δικαίωμα δικαστικής ακρόασης και προστασίας. Γιαυτό δεν αντίκεινται στο Σύνταγμα. Υπό έναν όρο: ότι η επιφυλασσομένη δυνατότητα δικαστικής εναντίωσης στο μαχητό τεκμήριο δε θα υπάρχει μόνο στα χαρτιά. Και αυτό συμ­βαίνει όταν ο ενδιαφερόμενος περιορίζεται στην απόδειξη αρνητικών γεγονό­των. Η απόδειξη των αρνητικών γεγονότων είναι πρακτικώς αδύνατη. Για το λόγο αυτό, στο χώρο της ποινικής δικονομίας, δεν έχει ο κατηγορούμενος το βάρος να αποδείξει την έλλειψη ενοχής του, αλλά ο κατήγορος πρέπει να αποδείξει θετικά τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την ενοχή του κατηγορουμένου.

Αν λοιπόν, στο χώρο της φορολογικής δικονομίας, καθιερωθεί μαχητό τεκ­μήριο εις βάρος του φορολογουμένου και κληθεί αυτός να αποδείξει αρνητικώς ότι δεν έχει τα τεκμαιρόμενα μεγάλα εισοδήματα, τότε το τεκμήριο μόνο κατ’ όνομα είναι μαχητό. Στην πραγματικότητα είναι αμάχητο και γιαυτό αντισυντα­γματικό.

Το συμπέρασμα είναι ότι ο πρόσφατος νομός, με τον οποίο καθιερώθηκαν τα τεκμήρια για τον προσδιορισμό του φορολογητέου εισοδήματος, είναι διπλά αντισυνταγματικός, δηλαδή τόσο στο χώρο του ουσιαστικού φορολογικού δικαί­ου, όπου αντίκειται στο άρθρο 4 § 5 του Συντάγματος, όσο και στο χώρο του δικονομικού δίκαιου, οπού αντίκειται στο άρθρο 20 § i το Συντάγματος.

θα αναρωτηθεί ίσως ο αναγνώστης: Τί αξία έχουν οι διαπιστώσεις αυτές, αφού το σχετικό νομοσχέδιο έγινε ήδη νόμος του κράτους,

Την απάντηση στο ερώτημα αυτό δίνει το άρθρο 93 § 4 του Συντάγμα­τος, το οποίο ορίζει ότι «τα δικαστήρια υποχρεούνται όπως μη εφαρμόζουν νόμο, το περιεχόμενο του οποίου αντίκειται προς το Σύνταγμα».

Αυτό σημαίνει ότι οι φορολογούμενοι που πιστεύουν ότι ο τεκμαρτός προσ­διορισμός του φορολογητέου ετήσιου εισοδήματος τους δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος, δικαίω­μα να προσφύγουν στα διοικητικά (φορολογικά) δικαστήρια. Η προσφυγή τους αναστέλλει αυτοδικαίως την αναγκαστική είσπραξη του αμφισβητούμενου φό­ρου. Και τα δικαστήρια, όπως είδαμε, είναι υποχρεωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 93 § 4 του Συντάγματος, να μην εφαρμόσουν τον αντισυνταγματικό νόμο που καθιερώνει τα αμάχητα φορολογικά τεκμήρια. Διαφορετικά, οι συγκεκριμένοι δι­καστές που δικάζουν έχουν ευθύνη, αστική, για την κακοδικία, και ποινική, για την παράβαση καθήκοντος.

Τόσο εύκολο, λοιπόν, δεν είναι να εφαρμοστούν στην πρακτική τα αντισυν­ταγματικά φορολογικά τεκμήρια του νέου νόμου.

Κι αυτό ισχύει για όλα τα αμάχητα τεκμήρια, που προβλέπει η φορολογική νομοθεσία, όπως λ.χ. για εκείνο που υποχρεώνει τον αγοραστή να πληρώσει φό­ρο για τη μεταβίβαση του ημιτελούς διαμερίσματος, σαν να ήταν αποπερατωμέ­νο, ακόμη και όταν αποδεικνύεται ότι η αποπεράτωση γίνεται από τον ίδιο τον αγοραστή και όχί από τον πωλητή εργολάβο.

Από εμάς τους ίδιους εξαρτάται, τα δικαστήρια να λειτουργούν ως αληθινοί φρουροί των συνταγματικών μας δικαιωμάτων, όταν ο κοινός νομοθέτης νομοθε­τεί αγνοώντας ή, ίσως καταστρατηγώντας το Σύνταγμα.

Κώστας Ε. Μπέης – Συνέντευξη του στο Γ. Κρεμμύδα, Τα Νέα, 3 Απριλίου 1980

πηγή του άρθρου : lawyalty        

Το ότι οι εισφορές του ΟΑΕΕ υπολογίζονται βάσει μέσων τεκμαρτών εισοδημάτων αναφέρεται και στην γνωμοδότηση Μανιτάκη, την οποία μπορείτε να διαβάσετε ΕΔΩ

Αντιγραφή και παρατηρήσεις : Γιάννης Μανιάτης       

* Αν και αυτονόητο, να σημειώσω ότι το ίδιο άρθρο μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σε φορολογικές υποθέσεις του πολίτη (και των ελευθέρων επαγγελματιών που πλέον έχουν τη δυνατότητα αμφισβήτησης  των τεκμαρτών εισοδημάτων τους, με ανταπόδειξη ενώπιον των αρμοδίων αρχών)

** Επίσης να σημειώσω ότι κάθε νομικό επιχείρημα, θα πρέπει να το εξετάζει ο ασφαλισμένος με τον δικηγόρο του

Σχετικά άρθρα :

Αντισυνταγματικές οι εισφορές του ΟΑΕΕ

Οι εισφορές του ΟΑΕΕ είναι δημόσια βάρη κι ανάλογα θα πρέπει να υπολογίζονται

 

 

Advertisements

12 thoughts on “Οι εισφορές του ΟΑΕΕ βάσει τεκμαρτών εισοδημάτων είναι αντισυνταγματικές

  1. […] Ανανέωση 13/11/2016 : Υπ’ όψιν ότι υπάρχουν οριστικές κι αμετάκλητες αποφάσεις Ανώτατων Δικαστηρίων σύμφωνα με τις οποίες η χρήση τεκμηρίων είναι επιτρεπτή ΜΟΝΟ εάν αυτά είναι μαχητά, κάτι που δεν ισχύει στις εισφορές του ΟΑΕΕ, όπου οι ασφαλισμένοι δεν είχαν το δικαίωμα να ανταποδείξουν τα πραγματικά τους εισοδήματα. (σχετικό άρθρο ΕΔΩ) […]

    Μου αρέσει!

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.